https://iclfi.org/pubs/obol/2026-igesia
Το παρακάτω κείμενο κατατίθεται για την Εργατική Συνδιάσκεψη της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης στα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου με την υπόλοιπη Αριστερά.
Στο κάλεσμα για υποβολή κειμένων για το εργατικό συνέδριο, η Κομμουνιστική Απελευθέρωση θέτει το ερώτημα: τι πρέπει να αλλάξει ώστε οι αγώνες των εργατών να μετατραπούν σε ένα εργατικό κίνημα πιο μαχητικό, μαζικό και τελικά, νικηφόρο; Ποια είναι τα καθήκοντα της κομμουνιστικής οργάνωσης – και της πρωτοπορίας – σε αυτή τη διαδικασία; Χαιρετίζουμε την ευκαιρία να συμβάλουμε με απαντήσεις σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα.
Το καθήκον είναι να οικοδομήσουμε ένα επαναστατικό ρεύμα ριζωμένο στο εργατικό κίνημα – ένα ρεύμα που συνδέει τους αγώνες των εργατών με ένα συνεκτικό κομμουνιστικό πρόγραμμα και τους δίνει πολιτική κατεύθυνση. Τα προβλήματα είναι οξυμένα. Χρόνιες ήττες έχουν εξασθενίσει το εργατικό κίνημα. Τα συνδικάτα έχουν αποδυναμωθεί και γραφειοκρατικοποιηθεί περαιτέρω, με λιγότερους εργάτες οργανωμένους, ενώ η Αριστερά παραμένει διαιρεμένη σε απομονωμένα και ανήμπορα κομμάτια. Πρέπει να βγούμε από αυτό το πολιτικό αδιέξοδο και να οικοδομήσουμε ένα επαναστατικό ρεύμα ικανό να απευθύνεται στο σύνολο του εργατικού κινήματος, συμπεριλαμβανομένων των συνδικάτων.
Το κίνημα των Τεμπών, συμπεριλαμβανομένης της πανελλαδικής απεργίας του Φεβρουαρίου ٢٠٢٥, αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για να αναδειχθούν τόσο οι δυνατότητες όσο και οι περιορισμοί της σημερινής κατάστασης. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αγώνες των τελευταίων δεκαετιών και θα μπορούσε να είχε ανοίξει τον δρόμο για μια εργατική αντεπίθεση, αλλάζοντας την πορεία της χώρας. Αντί γι’ αυτό, το κίνημα ηττήθηκε, αποτυγχάνοντας να πετύχει δικαιοσύνη ή να ενισχύσει τη θέση των εργατών και των καταπιεσμένων.
Το ΚΚΕ, η συνδικαλιστική ηγεσία και μεγάλο μέρος της Αριστεράς συνθηκολόγησαν με την μικροαστική ηγεσία του κινήματος, η οποία επέμενε σε μια στρατηγική «χωρίς χρώματα, χωρίς κόμματα», δηλαδή χωρίς μια προλεταριακή εναλλακτική. Αυτό εμπόδισε τη μαζική οργή να μετατραπεί σε αποφασιστικό αγώνα ενάντια στην ιμπεριαλιστική υποταγή που βρισκόταν πίσω από το έγκλημα των Τεμπών και ενάντια στην τότε αποσταθεροποιημένη κυβέρνηση που έφερε την ευθύνη. Η ήττα άφησε την εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους ακόμη πιο αποδυναμωμένους και αποθαρρημένους, και στη συνέχεια η κυβέρνηση πέρασε στην επίθεση, τονίζοντας την ανάγκη για μια επαναστατική πολιτική εναλλακτική.
Πρέπει να αποκαλούμε τα πράγματα με το σωστό τους όνομα: ο αγώνας για τα Τέμπη ήταν μια μεγάλη ήττα. Είναι θεμελιώδες να αντλήσουμε τα διδάγματα από αυτή την ήττα, όπως και από τις προηγούμενες, π.χ. το ٢٠١٥. Χωρίς αναπροσανατολισμό και χωρίς να διδαχθούμε από τα λάθη μας, δεν θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Όλες αυτές οι εξελίξεις δεν έχουν επηρεάσει μόνο τη θέση του εργατικού κινήματος, αλλά έχουν επίσης διαμορφώσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες η ελληνική άρχουσα τάξη μπόρεσε να προωθήσει τη στρατηγική της. Ως αποτέλεσμα, αποδυναμώθηκε η λαϊκή αντίσταση και μετατοπίστηκε περαιτέρω ο συσχετισμός των δυνάμεων υπέρ του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών.
Ταξική Ανεξαρτησία και Αντιιμπεριαλιστικός Αγώνας
Το βασικό δίδαγμα είναι ότι ο αγώνας ενάντια στην ιμπεριαλιστική υποταγή πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της δουλειάς μας, αλλά να διεξάγεται αποκλειστικά πάνω σε ανεξάρτητη προλεταριακή βάση. Στην Ελλάδα, η λιτότητα που επιβλήθηκε μέσω της ΕΕ και του ΔΝΤ, με τη συνεργασία διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων, οδήγησε σε φτωχοποίηση και άνοιξε περαιτέρω τη χώρα στο ξένο κεφάλαιο.
Τώρα, με την κατάρρευση του φιλελευθερισμού, οι ΗΠΑ παραμένουν μια αυτοκρατορία που αγωνίζεται απεγνωσμένα να διατηρήσει την ηγεμονία της, σαρώνοντας τον κόσμο! Και εδώ, στο πλαίσιο των προσπαθειών τους να αντιμετωπίσουν τη θέση της Κίνας στον Πειραιά, επιδιώκουν μεγαλύτερο έλεγχο σε στρατηγικά λιμάνια, συμπεριλαμβανομένων της Ελευσίνας και του Βόλου, ενώ οι στρατιωτικές βάσεις και η επιρροή τους επεκτείνονται.
Αυτές οι εξελίξεις υπονομεύουν περαιτέρω την εθνική κυριαρχία και βαθαίνουν την εξάρτηση της Ελλάδας από τις ΗΠΑ. Η ελληνική αστική τάξη βαδίζει μαζί τους, ελπίζοντας να εξασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα εις βάρος των καταπιεσμένων μαζών.
Δύο Λανθασμένες Τάσεις στο Εργατικό Κίνημα
Δύο αντίθετες τάσεις έχουν συμβάλει στο πολιτικό αδιέξοδο. Η μία μεταθέτει τον επαναστατικό αγώνα για το μέλλον, χωρίς να προσφέρει γέφυρα ανάμεσα στις άμεσες ανάγκες των εργατών και στον αγώνα για τον σοσιαλισμό. Αυτή αντανακλάται στην πολιτική του ΚΚΕ. Η άλλη τάση στην Αριστερά παραμένει δεμένη με τη φιλελεύθερη πολιτική. Για παράδειγμα, στις κύριες ευρωπαϊκές χώρες, ως απάντηση στην άνοδο της δεξιάς, τμήματα της Αριστεράς συνεχίζουν να επιδιώκουν συμμαχίες με «προοδευτικά» τμήματα της αστικής τάξης για να εμποδίσουν την αντίδραση – όπως βλέπουμε με διαφορετικές μορφές στη Γαλλία και τη Γερμανία. Στην Ελλάδα, ενόψει των επερχόμενων εκλογών, ένα τμήμα της Αριστεράς στρέφεται προς αστικές φιλελεύθερες δυνάμεις όπως το ΜEΡΑ٢٥ και τη Νέα Αριστερά. Για να ενισχύσουμε το εργατικό κίνημα, πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε αυτή τη συνθηκολόγηση.
Αυτές οι δύο τάσεις αντιπροσωπεύουν την αδυναμία τους να αντλήσουν τα διδάγματα από την ήττα του ٢٠١٥. Οι δύο πόλοι του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα ήταν, από τη μία το ΚΚΕ, που αρνήθηκε να αγωνιστεί ενάντια στην ιμπεριαλιστική υποταγή στο όνομα της «καθαρής» ταξικής πάλης και από την άλλη η Αριστερά, που επιδίωκε άμεσα ή έμμεσα να ασκήσει πίεση στον ΣΥΡΙΖΑ ώστε να κινηθεί προς τα αριστερά. Και οι δύο προσεγγίσεις αποδυνάμωσαν τον ανεξάρτητο αγώνα της εργατικής τάξης και άφησαν την ηγεσία του στην αστική τάξη.
Ως αποτέλεσμα αυτών των δύο πόλων, όλοι οι διαφορετικοί αγώνες – είτε στους χώρους εργασίας, είτε των φοιτητών, είτε ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη στρατιωτικοποίηση – αντί να ενοποιούνται γύρω από μια αντιιμπεριαλιστική και προλεταριακή προοπτική, παραμένουν διαιρεμένοι. Οι συνέπειες φαίνονται στην αδυναμία του ΚΚΕ και της Αριστεράς να διεξάγουν έναν αποτελεσματικό αγώνα ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό σε σχέση με την Παλαιστίνη, το Ιράν και την Κούβα.
Παρατήστε τους Φιλελεύθερους – Πηγαίνετε στην Εργατική Τάξη
Χρειαζόμαστε έναν άλλο πόλο: έναν επαναστατικό πόλο. Το ερώτημα είναι πώς θα τον οικοδομήσουμε. Η Αριστερά παραμένει σεχταριστική απέναντι στο ΚΚΕ και αρνείται να αγωνιστεί για να κερδίσει τους εργάτες του. Η απάντηση δεν είναι να στεκόμαστε στο περιθώριο καταγγέλλοντας απλώς την ηγεσία του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ, αλλά να παρεμβαίνουμε μέσα στον αγώνα για να κερδίσουμε τη βάση του ενάντια στο αδιέξοδο πρόγραμμα της ηγεσίας του. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε επαναστατικές τακτικές.
Κατά τη διάρκεια του αγώνα για τα Τέμπη, προβάλαμε το σύνθημα για μια Εργατική Κυβέρνηση του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ. Ως Τροτσκιστές, δεν έχουμε αυταπάτες για τη Σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ. Αναγνωρίζουμε όμως ότι το ΚΚΕ/ΠΑΜΕ ηγείται σημαντικών και μαχητικών τμημάτων της εργατικής τάξης. Αν το ΚΚΕ είναι πραγματικά επαναστατικό, όπως ισχυρίζεται, καθήκον του ήταν να ηγηθεί της εργατικής τάξης σε έναν αποφασιστικό αγώνα για να κερδηθεί δικαιοσύνη, να παλέψει ενάντια στα εγκλήματα της άρχουσας τάξης και να αγωνιστεί για την εξουσία. Αν το ΚΚΕ/ΠΑΜΕ είχε ηγηθεί αποφασιστικά, η νίκη ήταν δυνατή. Αν όπως υποστηρίξαμε, αρνούνταν να το κάνει, αυτή η αποτυχία θα μπορούσε να αποδείξει στους εργάτες στην πράξη την ανάγκη για μια νέα επαναστατική ηγεσία.
Πρέπει επίσης να αγωνιστούμε ενάντια στον κατακερματισμό της ευρύτερης Αριστεράς, η οποία είναι διασπασμένη σε πολλαπλές ομάδες με βάση ασαφείς πολιτικές γραμμές. Για να ενισχύσουμε το κίνημά μας, πρέπει να επιλύουμε τις διαφορές μας μέσω συντροφικών συζητήσεων και δράσεων ενιαίου μετώπου, κάτω από το σύνθημα «βαδίζουμε χωριστά, χτυπάμε μαζί».
Ένα παράδειγμα αυτών των διαφορών είναι ότι η ΚΟΜΜΑΠ υποστηρίζει πως το εργατικό κίνημα σε όλο τον κόσμο παρουσιάζει σημαντική κινητικότητα και αναζωπύρωση μετά την πανδημία. Ναι, έχουν υπάρξει κάποιες απεργίες και κάποια αντίσταση, αλλά γενικά οι εργάτες βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο και είναι αποθαρρημένοι, όπως έδειξαν οι διαδηλώσεις ενάντια στον Ρούμπιο, όπου οι μάζες δεν κατέβηκαν.
Οι εργάτες εγκαταλείπουν την Αριστερά και τα συνδικάτα εξαιτίας αυτών των συνθηκών και των ηττών, καθώς σήμερα βρίσκονται σε χειρότερη θέση. Χρειάζεται να αποτιμήσουμε με ειλικρίνεια αυτή την κατάσταση και να συζητήσουμε αυτές τις πολιτικές διαφορές ώστε να αναπτύξουμε μια σαφέστερη κατανόηση των καθηκόντων που αντιμετωπίζει το κίνημα. Μόνο μέσα από τέτοιες συζητήσεις, σε συνδυασμό με κοινή δουλειά μπορούμε να αποκτήσουμε πολιτική σαφήνεια και να ξεπεράσουμε αυτούς τους πολιτικούς διαχωρισμούς σε σωστές προγραμματικές βάσεις. Η επιτυχία αυτού είναι ο μόνος δρόμος να προωθήσουμε έναν γνήσιο επαναστατικό πόλο που θα μπορεί να ανταγωνιστεί την ηγεσία του ΚΚΕ.
Μετατρέψτε τα Συνδικάτα σε Επαναστατικά Όργανα
Τα συνδικάτα πρέπει να οργανώνονται ανεξάρτητα από τα αφεντικά και το κράτος. Συμφωνούμε με το κάλεσμα της «ταξικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος σε όλα τα πεδία». Η ΚΟΜΜΑΠ σωστά εντοπίζει τον κοινωνικό εταιρισμό ως ένα μείζον πρόβλημα: οι συνδικαλιστικές ηγεσίες μετατρέπονται σε θεσμικούς διαμεσολαβητές μεταξύ εργατών, εργοδοτών και κράτους. Αυτό έχει μετατρέψει τα συνδικάτα από όργανα ταξικής πάλης σε θεσμούς για τον περιορισμό της αντίστασης και τη διατήρηση της ταξικής ειρήνης. Αυτό στερεί από τα συνδικάτα την ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από την αστική τάξη, για την οποία αγωνίστηκαν οι κομμουνιστές όταν οικοδόμησαν τα συνδικάτα.
Αντί να κινητοποιεί τους εργάτες με μεθόδους ταξικής πάλης, η υπάρχουσα γραφειοκρατία στηρίζεται κυρίως σε διαπραγματεύσεις, διαβουλεύσεις και συμφωνίες με τους εργοδότες και το κράτος. Όμως η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ παραμένουν σημαντικές οργανώσεις του ελληνικού εργατικού κινήματος, ανεξάρτητα από το πόσο εκφυλισμένες είναι. Επομένως, πρέπει να δουλέψουμε μέσα σε αυτές και να αγωνιστούμε για να εκδιώξουμε τους εκπροσώπους των αφεντικών και να εγκαθιδρύσουμε μια επαναστατική ηγεσία. Πρέπει να δείξουμε στους εργάτες συγκεκριμένα – και όχι μόνο μέσω πολιτικής κριτικής – γιατί η υποταγή των αγώνων τους στις αστικές δυνάμεις υπονομεύει τα ίδια τους τα συμφέροντα, αποδυναμώνοντας τη θέση τους.
Η ΚΟΜΜΑΠ έχει επίσης δίκιο ότι ο περιορισμός της δράσης των συνδικάτων σε αιτήματα για μικρές βελτιώσεις αποκινητοποιεί τους εργάτες και τους αποσπά από την πολιτική πάλη. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ζήτημα μικρών μεταρρυθμίσεων έναντι των μεγάλων ζητημάτων. Τα μικρά βήματα και οι νίκες έχουν σημασία. Γι’ αυτό το ΠΑΜΕ έχει κύρος μέσα στην εργατική τάξη· για παράδειγμα, έχει οργανώσει τους εργάτες της e-food, τους τηλεργαζόμενους και έχει αγωνιστεί για συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις.
Πρέπει να συνδέσουμε τους καθημερινούς αγώνες με την ευρύτερη στρατηγική ενάντια στην ιμπεριαλιστική υποταγή και τις καπιταλιστικές επιθέσεις. Μέσα από τους αγώνες με τους ίδιους τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, οι εργάτες βασιζόμενοι σε αυτή τη στρατηγική και ενάντια στην υπάρχουσα ηγεσία, μπορούν να διαμορφώσουν έναν επαναστατικό πυρήνα. Ωστόσο, η στρατηγική του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ να περιμένει το μέλλον, όταν οι συνθήκες θα είναι πιο ώριμες για τον σοσιαλισμό και να οικοδομήσει το κόμμα κυρίως μέσω κοινοβουλευτικών μέσων, παραμένει ένα εμπόδιο.
Ενώστε την Εργατική Τάξη
Όπως τόνιζε ο Λένιν, οι επαναστάτες δεν μπορούν να εγκαταλείπουν τα μαζικά συνδικάτα ή τις καθιερωμένες πολιτικές πλατφόρμες στο όνομα της ιδεολογικής καθαρότητας. Πρέπει να δουλεύουμε όπου είναι οργανωμένοι οι εργάτες, αγωνιζόμενοι μαζί τους και οικοδομώντας τη συλλογική δύναμη που απαιτείται για να τους κερδίσουμε στην επαναστατική πολιτική. Αυτό σημαίνει επίσης να ξεπεράσουμε τις διαιρέσεις μέσα στην εργατική τάξη και να παλέψουμε για ένα συνδικάτο σε κάθε κλάδο εργασίας.
Η διάσπαση μεταξύ ΠΑΜΕ και ΠΕΝΕΝ είναι ιδιαίτερα επιζήμια στον ναυτιλιακό κλάδο. Δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο όταν ένα από τα δύο συνδικάτα κατεβαίνει σε απεργία ή προχωρά σε μια δράση το άλλο να μην συμμετέχει ή οι γραφειοκράτες να εκφωνούν κενές ομιλίες αλληλεγγύης χωρίς να κινητοποιούν τη βάση τους ή να οργανώνουν ξεχωριστή διαμαρτυρία για την ίδια δράση. Όποιες κι αν είναι οι διαφορές μεταξύ αυτών των γραφειοκρατιών, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: οι ναυτεργάτες διαιρούνται μεταξύ τους ενώ θα έπρεπε να δρουν από κοινού. Όταν ένα τμήμα των εργατών απεργεί, τα υπόλοιπα θα πρέπει να υπερασπίζονται και να επεκτείνουν τον αγώνα – όχι να αρνούνται να αναγνωρίσουν την απεργία ή να οργανώνουν ξεχωριστή. Αυτή η διαίρεση αποδυναμώνει ολόκληρο το ναυτεργατικό δυναμικό και τελικά ωφελεί τους εφοπλιστές.
Άλλοι βασικοί διαχωρισμοί χρησιμοποιούνται από τα αφεντικά για να διαιρούν την τάξη – ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι, άνδρες και γυναίκες κ.λπ. Η υπεράσπιση των καταπιεζόμενων τμημάτων των εργατών δεν είναι κάτι ξεχωριστό από την ταξική πάλη και βρίσκεται στα υλικά συμφέροντα όλων των εργατών, Ελλήνων και μεταναστών. Η μισαλλοδοξία και ο σοβινισμός διαιρούν την τάξη μας και ενισχύουν την καπιταλιστική τάξη. Η πόλωση γύρω από τους μετανάστες και τους πρόσφυγες για παράδειγμα, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κοινωνική παρακμή: τις λιγοστές θέσεις εργασίας, την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης. Μόνο μέσα από ένα προλεταριακό πρόγραμμα που αντιμετωπίζει τις υλικές συνθήκες οι οποίες γεννούν τις διαιρέσεις μπορούν να ενωθούν οι καταπιεσμένοι.
Πρέπει να διαλύσουμε τις στενές συντεχνιακές διαιρέσεις και να οργανώσουμε τους ανοργάνωτους, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των μεταναστών εργατών. Αυτό περιλαμβάνει προγράμματα κατάρτισης ανοιχτά σε όλους και συνδικαλιστικό έλεγχο των προσλήψεων. Αυτό απαιτεί κάτι περισσότερο από διακηρύξεις φιλελεύθερης αλληλεγγύης όπως «οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είναι ευπρόσδεκτοι εδώ». Οι αγώνες τους πρέπει να εισαχθούν στα συνδικάτα μέσα από δράσεις που αμφισβητούν τη γραφειοκρατία και μετατρέπουν τα συνδικάτα σε πραγματικά όργανα εργατικής αντίστασης. Η υπόθεση του Ανίμπ Χαφίζ, ενός μετανάστη εργάτη που τραυματίστηκε σοβαρά στη δουλειά και αντιμετωπίζει πιθανή απέλαση, αποτελεί παράδειγμα. Η υπόθεσή του πρέπει να αναληφθεί από τα συνδικάτα, αντί να αφεθεί στην επιθεώρηση εργασίας των αφεντικών ή να αντιμετωπιστεί απλώς ως ζήτημα αλληλεγγύης προς τους μετανάστες.
Από Διαμαρτυρίες Ρουτίνας στον Εργατικό Έλεγχο της Ασφάλειας
Δεν μπορούμε απλώς να διακηρύσσουμε επανα-στατικούς στόχους από το περιθώριο φωνάζοντας για επανάσταση. Πρέπει να δουλέψουμε μέσα στην τάξη, στον χώρο παραγωγής, να οικοδομήσουμε κύρος και να αγωνιστούμε για την ηγεσία. Τα καλέσματα για μεγαλύτερη μαχητικότητα και κλιμάκωση του αγώνα είναι συνηθισμένα στην Αριστερά, αλλά ακούγονται κούφια μετά τις επανειλημμένες ήττες – από τα Τέμπη μέχρι τις επιθέσεις στο ωράριο εργασίας και τον αυξανόμενο αριθμό θανάτων και «ατυχημάτων» στους χώρους εργασίας.
Μια μονοήμερη στάση εργασίας ή οι απεργίες ρουτίνας μπορεί να εκφράζουν δικαιολογημένη οργή, αλλά τέτοιες δράσεις έχουν επανειλημμένα αποτύχει να αποτρέψουν περαιτέρω επιθέσεις. Οι εργάτες και τα συνδικάτα έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει για επικίνδυνες συνθήκες, από τη Βιολάντα μέχρι το Μετρό της Αθήνας. Ωστόσο, για να σταματήσει η ροή αίματος από τα εγκλήματα των εργοδοτών, οι προειδοποιήσεις δεν αρκούν. Είναι απαραίτητο να συνεχιστούν οι δράσεις μέχρι να καταστούν οι συνθήκες ασφαλείς.
Η ΚΟΜΜΑΠ έχει δίκιο ότι χρειαζόμαστε ανεξαρτησία από το κράτος αλλά αυτό έρχεται σε αντίφαση με τη γραμμή ότι η υγεία και η ασφάλεια πρέπει να εξασφαλίζονται από τους κρατικούς μηχανισμούς, μέσω της ενίσχυσης της ΣΕΠΕ μαζί με εκπροσώπους των συνδικάτων. Όχι! Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στην Επιθεώρηση Εργασίας ή σε άλλους κρατικούς φορείς οι οποίοι υπηρετούν τα συμφέροντα των αφεντικών και του κράτους τους και δεν έχουν σταματήσει τους θανάτους και τα «ατυχήματα»!
Οι ίδιοι οι εργάτες στον χώρο εργασίας είναι εκείνοι που πρέπει να αποφασίζουν πότε και αν οι συνθήκες είναι ασφαλείς για να εργαστούν. Γι’ αυτό πρέπει να αγωνιστούμε μέσα στα συνδικάτα και στους χώρους εργασίας για τον εργατικό έλεγχο της υγείας και της ασφάλειας. Οι εργάτες πρέπει να έχουν το δικαίωμα να σταματούν την επικίνδυνη εργασία πριν συμβεί ένα «ατύχημα» ή ένας θάνατος.
Χρειαζόμαστε εκλεγμένους εκπροσώπους ασφά-λειας, με την υποστήριξη των συνδικάτων σε κάθε χώρο εργασίας ανεξάρτητα από το μέγεθός του. Οι νομικοί περιορισμοί στη συνδικαλιστική εκπροσώπηση στους χώρους εργασίας με λιγότερους από ٢٠ εργάτες πρέπει να αμφισβητηθούν και να καταργηθούν. Αυτοί είναι οι κανόνες των αφεντικών για τη διάλυση των συνδικάτων! Είμαστε επίσης ενάντια στις ηλεκτρονικές εκλογές στα συνδικάτα. Αυτό είναι ένα εργαλείο για την υπονόμευση της συλλογικής δράσης (ατομικοποίηση) των εργατών. Μόνο με την οικοδόμηση συλλογικής οργάνωσης στον χώρο εργασίας μπορούν οι εργάτες να αντιμετωπίσουν την κακοποίηση και την εκμετάλλευση.
Οικοδομώντας την Επαναστατική Ηγεσία
Οι επανειλημμένες ήττες του εργατικού κινήματος δείχνουν ένα βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα: την απουσία επαναστατικής ηγεσίας ικανής να δώσει στους αγώνες των εργατών σαφή προλεταριακή και αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση. Το ΚΚΕ και η ευρύτερη Αριστερά έχουν αποτύχει να παράσχουν αυτή την ηγεσία. Την ίδια στιγμή, η Αριστερά έξω από το ΚΚΕ παραμένει κατακερματισμένη και σεχταριστική και καταβάλλει ελάχιστη προσπάθεια να προσεγγίσει τους εργάτες ή όσους επηρεάζονται από το ΚΚΕ. Οι επαναστατικές οργανώσεις πρέπει να ξεφύγουν από αυτή την απομόνωση και να βρουν τρόπους να παρέμβουν στο ευρύτερο εργατικό κίνημα.
Η στροφή προς τα δεξιά στην αστική πολιτική έχει συνοδευτεί από μια μετατόπιση στη συνείδηση και στις προσδοκίες πολλών εργατών. Δεν μπορούμε να ευχόμαστε να εξαφανιστεί αυτή η πραγματικότητα. Οι κομμουνιστές πρέπει να την αντιμετωπίσουν μέσα από υπομονετική πολιτική δουλειά, κερδίζοντας τους εργάτες μέσα από την ίδια τους την εμπειρία στον αγώνα. Πρέπει να προετοιμάσουμε τους εργάτες για τους αγώνες που έρχονται. Κάθε αγώνας για μισθούς, τις συνθήκες εργασίας, την ασφάλεια ή τις άμεσες ανάγκες των εργατών πρέπει να συνδέεται με τον ευρύτερο αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, με κύριο εχθρό την αμερικανική αυτοκρατορία. Αυτός είναι αδιαχώριστος από τους ντόπιους καπιταλιστές, οι οποίοι συνδέονται με τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και τα υπηρετούν.
Καθήκον μας είναι να ενταχθούμε στις γραμμές της εργατικής τάξης, να οικοδομήσουμε κύρος μέσα από τον αγώνα, να αγωνιστούμε για την ηγεσία και να δείξουμε στην πράξη τον δρόμο προς τα εμπρός. Οι κομμουνιστές πρέπει να πάρουμε πίσω τις οργανώσεις μας και να ανασυγκροτήσουμε τα συνδικάτα με ταξική αντιπολίτευση απέναντι στην υπάρχουσα γραφειοκρατία και στη βάση της σοσιαλιστικής πολιτικής. Δεν υπάρχει σύντομος δρόμος για την επαναστατική ηγεσία. Πρέπει να οικοδομηθεί μέσα στην ίδια την ταξική πάλη.
Προσβλέπουμε στη συνεργασία μαζί σας για να το πετύχουμε αυτό.
Με Συντροφικούς Χαιρετισμούς,
Τροτσκιστική Ομάδα
της Ελλάδας Τμήμα της Διεθνούς Κομμουνιστικής Ένωσης

